Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2012
0
Και η ζωή... συνεχίζεται!!!
του Χρυσοβαλάντη Δημητρόπουλου
Εκπαιδευτικού
Διακόψαμε το μονόλογο , περιμένοντας τα νέα από μιαν άλλη εποχή. Τερματίσαμε τις μέρες της σιωπής και αρχίσαμε πάλι να μετράμε τα λόγια μας μέσα στη νύχτα… Ατέλειωτα τα γράμματα μέσα στις λέξεις!!! Χαμένες οι τελείες και τα κόμματα μέσα στην πλημμύρα των νοημάτων, που πασχίζουν να βγουν στην επιφάνεια και να δώσουν σημείο ύπαρξης. Της δικής μας ύπαρξης… Από μακριά, οι λάμψεις των αστραπών μιας καταιγίδας σαρώνουν την επιφάνεια του είναι μας, μπας και εντοπίσουν τους ναυαγούς – λογισμούς μας.
Νύχτες αλλιώτικες. Νύχτες μπερδεμένες. Νύχτες ανακατεμένες με όνειρα και παραισθήσεις…. Κι εσύ, καθισμένη σε μια γωνιά της ψυχής σου, αφήνεις τις σκέψεις σου να περάσουν απέναντι, στην άλλη όχθη της περιπλάνησης, ψάχνοντας να βρουν ένα νόημα, για να ξαποστάσουν, να λυτρωθούν, να πάρουν μια ανάσα απ’ την ανάσα σου και να συνεχίσουν στο άπειρο, στο πουθενά, στην «Ιθάκη» τους.
Αυτός ο κόσμος… Αλλόφρων και αλλόκοτος. Κύμβαλο αλαλάζων στο πουθενά. Παράφρων και παράλογος. Μόνο η νύχτα τον κρύβει από τα μάτια μας. Μόνο ο αέρας προδίδει την ανάσα του. Μόνο ο ήλιος τον ξεγυμνώνει στο φως του. Για να δούμε τί; Για να θαυμάσουμε τί; Τα έργα και τις ημέρες του; Τα αίσχη και τις πομπές του; Μαύρη λιτανεία με θλιβερές ψυχές, δίχως πρόσωπα, με θεατές φαντάσματα, ανθρώπων έργα ανίερα.
Παγερή η νυχτιά απόψε, σαν την αδιαφορία μας. Άστεγοι στο δρόμο, ζητούν τη βοήθεια αστέγων βιαστικών περαστικών σωμάτων. Σωμάτων χωρίς έλεος και ψυχή. Απλά, περαστικών!!! Μόνο οι περιπλανώμενες ψυχές σκεπάζουν με τις φτερούγες τους εκείνους που έχουν κάνει στρώμα τη σκληρή γη, το παγκάκι του πάρκου, και σάβανο, τα χοντρά χαρτόνια, μέσα στα οποία εμείς πακετάρουμε ό,τι μας τρέφει το σώμα και ατροφεί την ψυχή μας. Και, σαν τις Απόκριες, είπαμε να μεταμορφωθούμε σε «αδελφούς του ελέους»!!! Εμείς, που δε γνωρίζουμε ποιος μένει δίπλα μας. Εμείς, που πετάμε τους σκύλους και τις γάτες σε άδειους από ανθρώπους δρόμους και γωνίες, Εμείς, που έχουμε οχυρωθεί μέσα στο κάστρο του «εγώ» μας, περιμένοντας τους «άλλους», τους βαρβάρους, να διαβούν. Εμείς, που το «ωχ» το έχουμε μετατρέψει από έκφραση πόνου, σε προσωπική καλοπέραση. Κι άσε τους άλλους να πεθάνουν… Εσύ να είσαι καλά. Μια κουβέντα είναι. Μια κουβέντα που λέγεται, αλλά δε βλέπεται. Μια ευχή που μένει πάντα ευχή. Ένα γράμμα που ποτέ δε φτάνει στον προορισμό του. Σφίγγουν τα δόντια από το κρύο και περιμένουν να ξημερώσει. Άραγε όμως τί; Όσο και να μετράς τ’ αστέρια, πάντα λίγα θα τα βρίσκεις. Όσο και να μετράς τα κέρματα που μαζεύεις, πάντα λιγότερα απ’ τους διαβάτες θα είναι. Δε βαριέσαι… Μπόρα είναι, θα περάσει. «Μόδα» είναι, θα περάσει...
Πού να γυρίζει η νύχτα απόψε; Και τί να βλέπει; Δεν αποκρίνεται… Σκεπάζει όνειρα κι ελπίδες, πομπές και ασωτίες, κρίματα και αμαρτίες. Νύχτα: η ημέρα του δραπέτη!!! Γιατί, «μέσα στη νύχτα, ο δραπέτης, πολλά μπορεί να κάνει». Δραπέτης ο άνθρωπος, δραπέτης η λογική, δραπέτης η ψυχή. Κανείς δε θυμάται πια ποιος έχει μείνει χωρίς να φύγει, ποιος έχει φύγει, για να μη μείνει στα ίδια και απαράλλαχτα, στα βαλτωμένα και τα αναλλοίωτα. Μακρύς και άγνωστος ο δρόμος, δίχως επιστροφή. Αλί απ’ αυτούς που έμειναν πίσω, ζωντανές θύμησες εκείνων που έφυγαν, ταγμένοι να θυμίζουν στον εαυτό τους ότι το ταξίδι για τους ίδιους τελείωσε, πριν καν αρχίσει. Και η ζωή, συνεχίζεται….
(Ευριπίδης, «Ρήσος», στίχος 69)
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)






0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου